Αλ. Τσίπρας: Δεν συναινούμε σε μία λάθος στρατηγική για την εξωτερική μας πολιτική, δεν συναινούμε σε μία αλόγιστη κούρσα εξοπλισμών, δεν συναινούμε σε μία συμφωνία με δύο εξαιρετικά αρνητικές προβλέψεις

7 Οκτωβρίου 202118:38

Ομιλία του Προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία, Αλέξη Τσίπρα, στη Βουλή, για τη Συμφωνία με τη Γαλλία

Αν κατάλαβα καλά, ο κ. Μητσοτάκης στην εισήγησή του, ουσιαστικά μας εγκάλεσε -γιατί σχεδόν η μισή ομιλία του ήταν αφιερωμένη στη στάση του ΣΥΡΙΖΑ, της αξιωματικής αντιπολίτευσης- για ανευθυνότητα και μικροκομματικές σκοπιμότητες σε κρίσιμα εθνικά θέματα. Και όσο τον άκουγα, αναρωτιόμουν: Αλήθεια, ποιος μιλάει για μικροκομματικές παρωπίδες; Αυτός που έκανε μικροκομματικό εμπόριο πατριωτισμού όσο ήταν στα έδρανα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, όταν λύσαμε το ονοματολογικό και βρήκαμε μία συμφωνία ειρήνης και συνεργασίας με τους γείτονές μας, για να ψαρέψει στα θολά νερά της ακροδεξιάς;

Αυτός που δύο χρόνια τώρα και παρά την πλήρη μεταστροφή του στην προδοτική συμφωνία, ερχόταν εδώ και μας έλεγε ότι τα ανταλλάξαμε με τις συντάξεις, μας μιλάει τώρα για εθνική ευθύνη; Αυτός που δύο χρόνια τώρα, παρά την πλήρη μεταστροφή του για τις Πρέσπες, αρνείται να φέρει στο Κοινοβούλιο προς ψήφιση, τρία μνημόνια συνεργασίας, μεταξύ αυτών και εκείνο που προβλέπει την επιτήρηση του ενιαίου χώρου της γειτονικής χώρας από τα ελληνικά πολεμικά αεροσκάφη;
Μιλάτε, λοιπόν, εσείς για υπευθυνότητα, που υπό τον φόβο του Μπογδάνου και άλλων βουλευτών σας, στερείτε επιχειρησιακό χώρο από τις Ένοπλες Δυνάμεις της χώρας μας; Πάει πολύ αυτό το εμπόριο του κίβδηλου πατριωτισμού!
Και εγώ ποτέ δεν θα αναφερθώ ούτε για εσάς κύριε Μητσοτάκη ούτε για τους πολιτικούς μου αντιπάλους, υπονοώντας έλλειμμα πατριωτισμού. Έχουμε διαφορές, διαφορετικές στρατηγικές, διαφορετικές οπτικές, αλλά ουδέποτε θα υπονοήσω, όπως κάνατε εσείς.
Είπατε ότι θα κριθούμε από την ιστορία. Ορθώς. Και από τους πολίτες, ακόμη πιο ορθά το είπατε. Γι’ αυτό και σήμερα επιβάλλεται να μιλήσουμε τη γλώσσα της αλήθειας και οι πολίτες να κρίνουν. Γιατί η ιστορία, που όπως είπατε, θα μας κρίνει, έχει ήδη κρίνει και έχει ήδη καταγράψει ποια ήταν η παράταξη που χρεοκόπησε τη χώρα και ποια ήταν αυτή που έβγαλε τη χώρα από τη χρεωκοπία!
Ποιες ήταν οι εμμονές κυβερνήσεων του παρελθόντος σε αδιέξοδες λογικές μίας κούρσας εξοπλισμών στο πρόσφατο παρελθόν, που διόγκωσαν το χρέος και τα ελλείμματα! Ποιοι ήταν αυτοί που διαχρονικά επικαλούνται τον εθνικό κίνδυνο, για επιλογές, όμως, που δεν ενισχύουν τα εθνικά συμφέροντα και ποιοι, εν τέλει, στην πράξη τα προασπίζουν, αν χρειαστεί, αυτά τα εθνικά συμφέροντα!
Διότι σήμερα δεν μας παρουσιάσατε απλά μία ελληνογαλλική συμφωνία η οποία, κατά την άποψή μας, είναι κακή, η οποία δεν καλύπτει κατά την άποψή μας τα εθνικά μας συμφέροντα και μας εμπλέκει σε εξαιρετικά επικίνδυνες περιπέτειες στο εξωτερικό, αλλά ταυτόχρονα αναδείξατε και ένα νέο δόγμα για την εξωτερική πολιτική της χώρας. Ένα δόγμα που αποστασιοποιείται από τη λογική που για χρόνια τώρα βρίσκεται η στρατηγική μας στην εξωτερική πολιτική και την άμυνα, τη λογική του πυλώνα σταθερότητας ειρήνης και ασφάλειας στην περιοχή. Ένα δόγμα που απομακρύνεται από τις πάγιες θέσεις χρόνων που είχαμε στην εξωτερική πολιτική.
Πώς, λοιπόν, να υπάρξει σε αυτήν τη φανερή μετατόπιση συναίνεση; Συναίνεση σε αλόγιστες εξοπλιστικές δαπάνες που μας γυρίζουν σε άλλες εποχές και διακινδυνεύουν τη δημοσιονομική σταθερότητα; Συναίνεση σε διατυπώσεις που όχι μόνο δεν μας καλύπτουν, αλλά και μας εκθέτουν σε κινδύνους ή μήπως συναίνεση σε μια λάθος κατεύθυνση για την εξωτερική μας πολιτική; Συναίνεση στο λάθος εμείς δεν θα δώσουμε, κύριε Μητσοτάκη. Ακριβώς διότι τις πράξεις μας και την ψήφο μας σήμερα θα την κρίνουν οι πολίτες στο μέλλον.
Ας μου επιτρέψετε, όμως, να πάρω τα πράγματα από την αρχή. Από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ κληρονομήσατε μια διαπραγμάτευση για φρεγάτες με τη Γαλλία που είχε στόχο μια αμοιβαία επωφελή συμφωνία. Μια διαπραγμάτευση που βασιζόταν στην προώθηση της αμυντικής συνεργασίας, στο πλαίσιο της κοινής μου δήλωσης το 2015, που μνημόνευσε και ο Πρόεδρος Μακρόν πρόσφατα, της κοινής μου δήλωσης με τον Πρόεδρο Ολάντ για στρατηγική εταιρική σχέση και βασιζόταν στην πεποίθηση ότι η Γαλλία είναι κεντρικό στοιχείο της στρατηγικής αυτονομίας της Ευρώπης, την οποία η Ελλάδα πρέπει να στηρίζει στον βαθμό που εξυπηρετεί την ειρήνη, τη σταθερότητα και την προστασία του διεθνούς δικαίου στην ευρύτερη περιοχή.
Η διαπραγμάτευσή μας είχε στόχο την ενίσχυση της αποτρεπτικής ικανότητας της Ελλάδας στην βάση της λογικής της επαρκούς άμυνας και πάντα στη βάση συγκεκριμένων εισηγήσεων των στρατιωτικών μας επιτελείων. Είχε στόχο την αξιοποίηση της Ελληνικής Αμυντικής Βιομηχανίας στην κατασκευή των φρεγατών και όχι να γίνουν αποκλειστικά στο εξωτερικό, σε γαλλικά ναυπηγεία, και λάμβανε σαφώς υπόψη τις οικονομικές δυνατότητες της χώρας. Μια χώρα που τη χρεοκοπήσατε -οι δικές σας κυβερνήσεις- και βρέθηκε για οκτώ ολόκληρα χρόνια σε μια μεγάλη δημοσιονομική περιπέτεια ο ελληνικός λαός! Δεν μάθαμε τίποτα απ’ αυτό; Οκτώ χρόνια στα μνημόνια μετράγαμε και το τελευταίο ευρώ και βγάλαμε τη χώρα απ’ αυτή τη δύσκολη θέση με τη ρύθμιση του χρέους.
Όταν, λοιπόν, διαπραγματευόμασταν εμείς, είχαμε πάντοτε στο μυαλό μας την αναγκαιότητα για επαρκή άμυνα, αλλά ταυτόχρονα και το τελευταίο ευρώ του Έλληνα φορολογούμενου. Kαι η έγνοια μας ήταν να ενισχύσουμε την αποτρεπτική ικανότητα των Ενόπλων Δυνάμεων, χωρίς όμως, να ξαναβάλουμε τη χώρα σε οικονομικές περιπέτειες. Γι’ αυτό, άλλωστε, αν θυμάστε τότε από τα δημοσιεύματα της εποχής, τι συζητούσαμε; Συζητούσαμε ακόμα και την πιθανότητα χρηματοδότησης αγοράς φρεγατών από την επιστροφή των διακρατούμενων ελληνικών ομολόγων από τις κεντρικές τράπεζες χωρών της Ευρωζώνης, σε πολύ δύσκολες δημοσιονομικά συνθήκες.
Ο κ. Μητσοτάκης γελάει γιατί νομίζει ότι τα χρήματα του ελληνικού λαού είναι περιουσία της οικογένειάς του και πάει και ψωνίζει φρεγάτες και Rafale σαν να ψωνίζει γραβάτες σε ένα πολυκατάστημα. Γελάει!
Όταν θα βρεθούμε ξανά στη δύσκολη θέση εξαιτίας των δικών σας επιλογών, δεν θα είστε εσείς εδώ, βεβαίως, θα είστε κάπου αλλού, αλλά ο ελληνικός λαός θα βρεθεί πάλι σε αυτή τη δύσκολη θέση σε πολύ δύσκολες δημοσιονομικές συνθήκες.
Εμείς παλέψαμε για τη λελογισμένη ενίσχυση της αποτρεπτικής μας δύναμης –επαναλαμβάνω- στο πλαίσιο μιας λογικής επαρκούς άμυνας, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το πρόγραμμα του εκσυγχρονισμού των F-16, το οποίο μαζί με το πρόγραμμα των Ρ-3 αναπτύχθηκε με συμμετοχή της Ελληνικής Αμυντικής Βιομηχανίας. Εσείς, σε λιγότερο από ένα χρόνο από όταν αναλάβατε τη διακυβέρνηση, λες και κυβερνάτε μια άλλη χώρα που δεν πέρασε ποτέ αυτή τη δημοσιονομική περιπέτεια. Όχι τη χώρα που εσείς χρεοκοπήσατε και που με δυσκολίες και θυσίες του ελληνικού λαού επαναφέραμε σε ξέφωτο, αλλά μια άλλη χώρα. Kαι ήρθατε να φουσκώσετε τον αμυντικό προϋπολογισμό της χώρας με πάνω από 10 δισ. ευρώ. Kαι μάλιστα, χωρίς σχεδιασμό, χωρίς προτεραιότητες, χωρίς εισηγήσεις των επιτελείων και χωρίς καμία εγγύηση –επαναλαμβάνω- συμμετοχής της Ελληνικής Βιομηχανίας σε κανένα από τα σχετικά προγράμματα.
Στο άρθρο 25 της συμφωνίας που μας φέρνετε σήμερα υπάρχει μόνο μία ευχή: «Κατά το δυνατόν», λέει, «θα επιδιώκονται αμυντικές βιομηχανικές συνεργασίες». Δηλαδή μιλάμε για περίπου 7 δισεκατομμύρια στη Γαλλία, χωρίς καμία εγγύηση στην αμυντική συμφωνία που συνάψατε για αξιοποίηση της αμυντικής μας βιομηχανίας, μιας βιομηχανίας που έχετε παραμελήσει τόσο ώστε να χάνει και συμβόλαια αποκλειστικότητας τα οποία είχε. Η ΕΑΒ είχε συμβόλαιο αποκλειστικότητας με τη Lockheed για την παραγωγή τριών ανταλλακτικών για τα F-16 και έχασε πια αυτό το πλεονέκτημα. Το καταθέτω για τα Πρακτικά.
Για να μη μιλήσω για τον τζίρο των αμυντικών συστημάτων, που ήταν στα 31 εκατομμύρια το 2019 και έχει πέσει μόλις στα 4 εκατομμύρια. Θα το δείτε στα έγγραφα που καταθέτω.
Καμία έγνοια λοιπόν. Τι ακριβώς κάνετε; Ουσιαστικά οδηγείτε σε κλείσιμο την αμυντική βιομηχανία της χώρας, ενώ αποφασίζετε τεράστιες αγορές. Και εδώ οφείλω να ομολογήσω ότι ξεπερνάτε και τις κυβερνήσεις που χρεοκόπησαν τη χώρα και που έκαναν μεγάλα εξοπλιστικά προγράμματα, διότι αυτοί έδιναν και κάποιο ψίχουλο στην αμυντική βιομηχανία, εσείς τίποτα.
Και το ερώτημα που σας απευθύνουμε και σας ζητάμε μια απάντηση είναι πού θα φτάσει ο λογαριασμός και ποιος θα τον πληρώσει αυτόν τον λογαριασμό. Γιατί δεν είναι μόνο οι φρεγάτες, που πράγματι αποτελούσαν -σε αυτό έχετε δίκιο- διακαή πόθο του Πολεμικού Ναυτικού. Υπήρχαν εισηγήσεις για τις φρεγάτες, γι’ αυτό και διαπραγματευόμασταν γι’ αυτές. Εδώ έχουμε και φρεγάτες, έχουμε και κορβέτες, που ακόμα δεν ακούσαμε πόσο θα κοστίσουν. Είχαμε και τα πρώτα δεκαοκτώ Rafale που πήρατε χωρίς να αποτελούν προτεραιότητα των επιτελείων. Είναι και τα έξι επιπλέον Rafale που ανακοινώσατε τον Σεπτέμβρη στη ΔΕΘ χωρίς καν να το γνωρίζουν τα επιτελεία. Είναι και η πρόθεση να μπούμε στο πρόγραμμα F-35 με την προοπτική νέας αγοράς πανάκριβων αεροσκαφών. Είναι και ο εκσυγχρονισμός επιπλέον F-16 με 700 εκατομμύρια ευρώ αντί για 450 που προβλέπαμε εμείς. Είναι ο εκσυγχρονισμός των φρεγατών ΜΕΚΟ για 450 εκατομμύρια αντί για 150 που προβλέπαμε εμείς.
Είναι και η σκανδαλώδης υπερκοστολόγηση στην αναβάθμιση του Κέντρου Αεροπορικής Εκπαίδευσης στην Καλαμάτα σε συνεργασία με το Ισραήλ. Σκανδαλώδης υπερκοστολόγηση, διότι είναι ένα έργο το οποίο σχεδιάζαμε και ένα έργο για το οποίο μας είχαν δοθεί εισηγήσεις αντίστοιχης κοστολόγησης με αυτήν που συμφωνήσατε εσείς και εμείς είχαμε επιλέξει να προωθήσουμε με τις δικές μας δυνάμεις στο ένα τέταρτο της τιμής.
Και σας ερωτώ: Θα δώσετε αποδείξεις για την αναγκαιότητα των δύο δισεκατομμυρίων ευρώ για την αναβάθμιση του Αεροπορικού Κέντρου στην Καλαμάτα; Εμείς είμαστε εδώ και περιμένουμε. Αλλά είμαστε εδώ και θα ελέγξουμε μέχρι τέλους και το τελευταίο ευρώ του Έλληνα φορολογούμενου που φεύγει από το δημόσιο ταμείο.
Επαναλαμβάνω: Όλα αυτά τα προωθείτε χωρίς μια συντεταγμένη θεσμική διαδικασία προγραμματισμού και προτεραιοποίησης και με μια αγωνία, κύριε Μητσοτάκη, να προλάβετε να καλύψετε εσείς όσο ακόμη θα είστε στα έδρανα της διακυβέρνησης του τόπου τις πιθανές συμφωνίες για όλον τον εξοπλιστικό ορίζοντα των επόμενων δεκαετιών. Γιατί αυτή η βιασύνη; Με υπέρογκες δαπάνες και με ταχύρρυθμες διαδικασίες. Και μάλιστα για μια υπερχρεωμένη –επαναλαμβάνω- χώρα και μάλιστα εν μέσω πανδημίας. Την περίοδο της δικής σας διακυβέρνησης το χρέος ξαναπήγε πάνω από 210% και την ίδια περίοδο δεκαπέντε χιλιάδες συμπολίτες μας έχουν χάσει τη ζωή τους από τον κορωνοϊό, αλλά εσείς αυξάνετε τον προϋπολογισμό για την άμυνα μεταξύ του 2020 και του 2021 κατά 41% και μειώνετε τον προϋπολογισμό για την υγεία κατά 12%.
Απευθύνομαι στον μέσο Έλληνα πολίτη που μας παρακολουθεί. Το θεωρεί λογικό; Βεβαίως και υπάρχει αναγκαιότητα να ενισχύσουμε την αποτρεπτική ισχύ, την άμυνα της χώρας, αλλά 41% αύξηση εν μέσω πανδημίας; Και εν τοιαύτη περιπτώσει, τόσο πολύ πατριώτες είστε εσείς, κύριε Μητσοτάκη, κι εμείς δεν ήμασταν; Και δεν σπαταλάγαμε και δεν ξοδεύαμε τόσα λεφτά εμείς επειδή δεν ήμασταν πατριώτες; Και αφού εσείς είστε άραγε τόσο πολύ πατριώτες και εμείς δεν είμαστε, γιατί όταν το Oruc Reis όργωνε όλο το Αιγαίο μέχρι και έξω από το λιμάνι του Καστελόριζου, παραβιάζοντας τα κυριαρχικά μας δικαιώματα, εσείς τότε λέγατε ότι το πήραν τα κύματα και ότι δεν κάνει έρευνες γιατί κάνει φασαρία; Και αποπέμπατε τον Σύμβουλο Ασφαλείας, τον σύμβουλό σας, γιατί έλεγε την αλήθεια. Ή μήπως κρατούσατε αυτήν τη στάση τότε γιατί δεν είχατε τα Rafale και τις φρεγάτες Belharra;
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, μια και ο κ. Μητσοτάκης διαρκώς αναφέρεται με τον όρο «ιστορικές στιγμές, ιστορική ψήφος, ιστορική συμφωνία»: ωραία τα μεγάλα λόγια. Ωραίο και το μικροκομματικό εμπόριο πατριωτισμού. Αλλά καλύτερα πάντοτε από τα μεγάλα λόγια είναι τα αληθή λόγια, διότι εθνικό είναι το αληθές.
Έρχομαι τώρα στη συμφωνία που φέρνετε προς ψήφιση. Πρώτα απ’ όλα, θέλω να σας ρωτήσω: Τι άλλαξε από την άνοιξη του 2020, όταν εσείς αποφασίσατε ότι δεν μπορούμε να αγοράσουμε τις γαλλικές φρεγάτες γιατί ήταν έξω από τις οικονομικές μας δυνατότητες και άρα δεν μπορούμε να έχουμε και αμυντική συμφωνία με τη Γαλλία;
Το καλοκαίρι του 2020 είχαμε απέναντί μας την πιο επιθετική Τουρκία της τελευταίας εικοσιπενταετίας. Αφήσατε όμως το καλοκαίρι να περάσει και τότε που ενδεχομένως να χρειαζόμασταν μια αμυντική συμφωνία με τη Γαλλία περισσότερο από ποτέ, εσείς το αγνοήσατε, το αρνιόσασταν. Το θυμάστε αυτό; Θυμάστε τι είπατε στους πολιτικούς αρχηγούς που συναντήσατε στο γραφείο σας στη Βουλή τότε, όταν σας ρωτήσαμε για ποιον λόγο αγοράζετε Rafale και όχι φρεγάτες;
Επιλέξατε μάλιστα να ακυρώσετε τελευταία στιγμή την αγορά των φρεγατών. Κι όταν σας ρώτησαν στη ΔΕΘ τον Σεπτέμβριο του 2020 οι δημοσιογράφοι τι θα γίνει με αυτήν την αμυντική συμφωνία, εσείς υποβαθμίσατε το ζήτημα λέγοντας επί λέξει: «Η ρήτρα αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής ήδη υπάρχει σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι το άρθρο 42 παράγραφος 7 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης που προβλέπει ότι τα κράτη-μέλη έχουν την υποχρέωση για βοήθεια και συνδρομή με όλα τα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους σε ένα κράτος που πλήττεται από ένοπλη επίθεση στο έδαφός του». Αυτά ήταν τα λόγια σας τότε. Παρακαλώ κρατήστε το στα Πρακτικά.
Και αναρωτιέμαι: Τι άλλαξε; Τότε, εκείνη την εποχή, τόσο δημόσια όσο και κατ’ ιδίαν –γιατί δεν μου είπε κανένα μυστικό εμένα και στους άλλους πολιτικούς αρχηγούς, τα έλεγε και δημόσια- λέγατε και διαδίδατε ότι ακυρώσατε τη συμφωνία γιατί οι φρεγάτες στα 3,3 δισεκατομμύρια ήταν πολύ ακριβές. Διότι είχε έρθει η απόφαση, λέγατε τότε, του Συμβουλίου της Επικρατείας για τα αναδρομικά και πρέπει να δώσουμε τα αναδρομικά. Σήμερα δεν υπάρχει αυτή η απόφαση για τα αναδρομικά; Ξαφνικά βρεθήκαμε με πλεόνασμα στον προϋπολογισμό μας;
Από την άλλη, βεβαίως, μας είπατε -κι εμείς καλή τη πίστει τότε οι πολιτικές δυνάμεις σ’ αυτό το όνομα της συνεννόησης, σ’ αυτήν τη λογική ότι τα εθνικά μας θέματα είναι κρίσιμα, πού να φανταστούμε ότι έχουμε να κάνουμε με έναν πρωθυπουργό που άλλα λέει και άλλα κάνει και κυρίως μας λέει ψέματα- εμείς τότε σας ακούσαμε όταν μας είπατε ότι σε αντιστάθμισμα των φρεγατών που δεν αγοράζετε, που ήταν τότε πολύ ακριβές 3,3 δισεκατομμύρια, αλλά τώρα είναι φτηνές -παίρνουμε και μία στις τρεις δώρο, σαν τις πίτσες που δίνουν τα delivery boys- εμείς τότε σας ακούσαμε που μας είπατε ότι σε αντιστάθμισμα, γιατί θέλουμε να έχουμε τη συμμαχία της Γαλλίας δίπλα μας, θα αγοράσουμε Rafale και θα αγοράσουμε Rafale στα 2,3 δισεκατομμύρια. Και ξανατονίζω ότι τότε δεν υπήρχε εισήγηση. Μετά έγιναν οι εισηγήσεις από τα στρατιωτικά επιτελεία.
Και μετά τι έγινε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι; Τα θυμάστε; Πέρασαν τέσσερις μήνες με το Oruc Reis να παραβιάζει τα κυριαρχικά μας δικαιώματα στη θάλασσα, όχι στον αέρα, φτάνοντας στα έξι ναυτικά μίλια από το Καστελόριζο και στα οκτώμισι από τη Ρόδο χωρίς να έχει η Ελλάδα καμία στήριξη από τη Γαλλία στα ευρωπαϊκά συμβούλια πέραν των δηλώσεων και κάποιων συμβολικών κινήσεων, με τη χώρα μας ανήμπορη να εξασφαλίσει έστω και τις ελάχιστες ευρωπαϊκές κυρώσεις έναντι της Τουρκίας.
Σήμερα, λοιπόν, αφού η Ελλάδα επωμίστηκε όλο αυτό το αμυντικό διπλωματικό και οικονομικό κόστος των παλινωδιών και της κωλυσιεργίας σας, αφού ο προϋπολογισμός ανέβηκε κατά 2,3 δισεκατομμύρια με τα Rafale και προστέθηκαν και άλλες πολλές δαπάνες, μας προτείνετε να στηρίξουμε μια αμυντική συμφωνία που για έναν άγνωστο λόγο μέχρι χθες αρνιόσασταν.
Και λέω εγώ: Άντε να τα βάλουμε όλα αυτά στην άκρη και να δούμε τη Συμφωνία αυτή καθαυτή. Η Συμφωνία, όμως, που μας φέρνετε έχει δύο σοβαρότατα προβλήματα. Το πρώτο πρόβλημα είναι στο άρθρο 2. Είναι μεν θετικό και δεν το παραγνωρίζουμε ότι η Γαλλία σε διμερές επίπεδο στηρίζει την ελληνική επικράτεια και ελπίζουμε αυτή η στήριξη να είναι έμπρακτη, ειδικά στις καθημερινές παραβιάσεις του εναέριου χώρου μας, γιατί πολύ σωστά είπατε ότι επικράτεια είναι η θάλασσα –προσέξτε, τα έξι μίλια όμως, εκεί έχουμε κυριαρχία και τα δώδεκα στο Ιόνιο- και ο αέρας, εκεί που έχουμε δηλώσει τον εναέριο χώρο μας.
Τι προβλέπει, όμως, το άρθρο 2 για τη θάλασσα, εκεί που το τελευταίο διάστημα είχαμε την κλιμάκωση των προκλήσεων και των παραβιάσεων των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων; Προβλέπει ρητά τη στήριξη μόνο στα έξι ναυτικά μίλια. Η Τουρκία, όμως, δεν αμφισβητεί τα χωρικά μας ύδατα μέχρι τα έξι ναυτικά μίλια ούτε στο Καστελόριζο, ούτε στη Ρόδο, ούτε στην Κρήτη. Η κρίση που αντιμετωπίσαμε πρόσφατα ήταν μια κρίση που αφορούσε τα κυριαρχικά μας δικαιώματα στην υφαλοκρηπίδα, στην οριοθετημένη μας Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη με την Αίγυπτο και το δικαίωμα της χώρας μας να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα από τα έξι στα δώδεκα μίλια στην Ανατολική Μεσόγειο.
Και σας ερωτώ ευθέως: Αν είχαμε αυτή τη Συμφωνία που μας φέρνετε σήμερα και την είχαμε επικυρώσει πριν την περίοδο της κρίσης το καλοκαίρι του 2020 με το Oruc Reis μαζί με τουρκικά πολεμικά πλοία έξω από το Καστελόριζο και τη Ρόδο, το Γαλλικό Πολεμικό Ναυτικό θα ήταν υποχρεωμένο βάσει της Συμφωνίας που μας φέρνετε να μας συνδράμει; Η απάντηση είναι: Όχι.
Αν είχαμε αυτήν τη Συμφωνία όταν τα ίδια συνέβησαν ανατολικά της Κρήτης και πάλι παρενοχλήθηκε, μάλιστα από τουρκικό πολεμικό σκάφος, γαλλικό ερευνητικό σκάφος στην περιοχή ανάμεσα στα έξι και τα δώδεκα μίλια, τότε που δεν υπήρξε καμία αντίδραση από πλευράς μας ή όταν τουρκικό πολεμικό παλαιότερα παρενόχλησε στην οριοθετημένη μας Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη με την Αίγυπτο, γαλλικό ερευνητικό, τότε που η κυβερνητική εκπρόσωπος βγήκε και είπε ότι δεν μας αφορά το θέμα, είναι ζήτημα της Γαλλίας, η Γαλλία βάσει Συμφωνίας θα ήταν υποχρεωμένη να συνδράμει; Η απάντηση είναι: Όχι.
Αν αύριο έχουμε παραβιάσεις στην Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη που πρόσφατα ανακηρύξαμε με την Αίγυπτο και η Τουρκία παρανόμως διαρκώς αμφισβητεί την συμφωνία μας με την Αίγυπτο με το πλαστό τουρκολιβυκό σύμφωνο, η Γαλλία θα είναι βάσει Συμφωνίας υποχρεωμένη να συνδράμει; Η απάντηση είναι και πάλι: Όχι.
Και η απάντηση σε όλα αυτά τα ερωτήματα είναι αρνητική όχι γιατί έγινε κάποιο λάθος ή γιατί υπάρχει κάποια παράλειψη ή γιατί έτσι γίνεται στις συμφωνίες ή γιατί εμείς δεν ξέρουμε ότι μπορεί να υπογραφεί. Διότι προχθές ερωτήθηκε το Γαλλικό Υπουργείο Εξωτερικών για το ζήτημα αυτό κι έδωσε διευκρινιστική γραπτή απάντηση στο πρακτορείο Euractiv για το άρθρο 2 της Συμφωνίας. Και η απάντηση είναι ότι το Παρίσι εστιάζει μόνο στην επικράτεια, δηλαδή το έδαφος και τα χωρικά ύδατα και δεν λαμβάνει την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη. Το καταθέτω για τα Πρακτικά, αν και το γνωρίζετε.
Και το ερώτημα μου, λοιπόν, είναι αν υπάρχει παράλειψη. Όχι, δεν υπάρχει παράλειψη. Τι υπάρχει; Υπάρχει από την πλευρά της Γαλλίας προφανώς μια προσέγγιση όπου ζητήματα τα οποία θεωρεί ότι είναι ανοικτά και για τα οποία ενδεχομένως να έχουν δικαιοδοσία και πρέπει να έχουν, λέμε εμείς, τα διεθνή δικαστήρια, δεν θέλει να τα εντάξει στη Συμφωνία. Και από τη δική σας πλευρά υπάρχει μια άλλη προσέγγιση. Γιατί δεν την παραδέχεστε; Το δόγμα σας είναι αυτό που είπε ο κ. Γεραπετρίτης τις μέρες της κρίσης με την Τουρκία, ότι η κόκκινη γραμμή μας είναι στα έξι ναυτικά μίλια. Αυτό το δόγμα επικυρώνεται με τη Συμφωνία που μας φέρνετε.
Γι’ αυτό και όταν σας προτείναμε τότε την επέκταση στα δώδεκα ναυτικά μίλια νότια και ανατολικά της Κρήτης, δεν το δεχτήκατε. Τουλάχιστον αν το είχατε δεχθεί, σήμερα θα μπορούσατε να πείτε ότι υπάρχει υποχρέωση της Γαλλίας να προστατέψει αυτήν την περιοχή. Αλλά εσείς και αυτό το αρνηθήκατε. Μια περιοχή που, θυμίζω, πριν λίγες μέρες είχαμε επεισόδιο.
Άρα τι κάνατε με το άρθρο 2; Επιβεβαιώνετε το δόγμα Γεραπετρίτη ως εθνικό μας δόγμα, ως κεντρικό δόγμα της αμυντικής μας στρατηγικής απέναντι στις προκλήσεις της Τουρκίας.
Έρχομαι τώρα στο δεύτερο αρνητικό σημείο της Συμφωνίας που είναι το άρθρο 18. Εδώ με σαφήνεια αμυντική συμφωνία εκθέτει τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις όχι γενικά και αόριστα στην περιοχή του Σαχέλ στην υποσαχάρια Αφρική. Διαβάσατε ένα απόσπασμα μιας δήλωσής μου σε ένα Ευρωπαϊκό Συμβούλιο με τις χώρες της Αφρικής ακριβώς για το Σαχέλ. Και φυσικά όλοι αναγνωρίζουμε ότι το Σαχέλ είναι μια περιοχή όπου ο κίνδυνος αποσταθεροποίησης είναι πάρα πολύ μεγάλος και όπου αυτή η αποσταθεροποίηση δημιουργεί προσφυγικά κύματα σε όλη την Ευρώπη και ότι πρέπει να στηριχθεί οικονομικά, πρέπει να στηριχθεί ενδεχομένως και για την ασφάλεια. Από ποιους, όμως; Από τη μικρή Ελλάδα; Από την Ελλάδα που βρίσκεται τούτη την ώρα σε μια περιοχή ιδιαίτερα κρίσιμη στον χάρτη; Και μας λέτε ότι δεν είναι το δόγμα μας πια «ειρήνη και ασφάλεια και σταθερότητα», αλλά φυλάκιο της Δύσης. Και όχι απλά φυλάκιο της Δύσης, αλλά και συμμετέχουσα όχι απλά σε σώματα υποστήριξης, αλλά σε σώματα μάχιμων. Εκείνη είναι η μεγάλη μας διαφορά. Εδώ δεν έχουμε, ας το πω έτσι, μια ιδεολογική παρωπίδα.
Θέλω να είμαι πάρα πολύ σαφής. Η περιοχή αυτή είναι εμπόλεμη και στην περιοχή αυτή έχουν σκοτωθεί το τελευταίο διάστημα δεκάδες Γάλλοι στρατιώτες. Δεν δεσμεύεστε εσείς σε ευρωπαϊκές αποστολές εκπαίδευσης, ανάπτυξης δυνατοτήτων των χωρών του Σαχέλ όπως στην ευρωπαϊκή αποστολή στο Μάλι που συμμετέχουμε από το 2013 ή σε άλλες αποστολές εκπαίδευσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ούτε αφηρημένα λέτε ότι θα στηρίξουμε τη Γαλλία στην προσπάθειά της για την ασφάλεια και τη σταθερότητα στο Σαχέλ. Εδώ δίνετε συγκεκριμένη αναφορά στη Συμφωνία αυτή.
Και μάλιστα -και θα ήθελα να το ξεκαθαρίσετε- σας το ζητάμε μια βδομάδα τώρα. Έχετε την ευκαιρία να μιλήσετε ανοιχτά στον ελληνικό λαό. Ακούγεται και δεν το έχετε διαψεύσει, ότι σκοπεύετε να εντάξετε ελληνικές ειδικές δυνάμεις για να πολεμήσουν σε μάχιμες μονάδες υπό γαλλική διοίκηση απέναντι σε τζιχαντιστές με όσους κινδύνους μπορεί αυτό να επιφέρει, όχι μονάχα για τους στρατιώτες που είναι εκεί, αλλά και για τις ασύμμετρες απειλές. Γιατί γνωρίζουμε ότι βρισκόμαστε σε μια περίοδο όπου ο φονταμενταλισμός και οι τζιχαντιστές δεν δρουν μονάχα στις εμπόλεμες περιοχές, αλλά σε όλο τον πλανήτη.
Και προσέξτε τώρα, πολλοί μπορεί να μην το γνωρίζουν αυτό, βρισκόμαστε σε μια περίοδο που η ίδια η Γαλλία έχει ανακοινώσει σταδιακά όχι την αποχώρησή της από την περιοχή, αλλά και τη συρρίκνωση των μάχιμων δυνάμεων της.
Γιατί; Διότι μέσα σε έξι χρόνια πενήντα τρία φέρετρα με τη γαλλική σημαία, με Γάλλους στρατιώτες, ταξίδεψαν από την υποσαχάρια Αφρική στο Παρίσι. Η γαλλική κοινή γνώμη αρχίζει να έχει διαφορετική αντίληψη και η Γαλλία η ίδια ανακοινώνει τη μείωση στο μισό των πέντε χιλιάδων Γάλλων στρατιωτών και ψάχνει να βρει πρόθυμες χώρες. Και οι G5 της περιοχής, οι πέντε κρίσιμες χώρες εκεί, αντιδρούν σε αυτή τη μείωση και παίρνουν, μάλιστα, Ρώσους μισθοφόρους για να καλύψουν το κενό. Κι εσείς ως πρόθυμος, κύριε Μητσοτάκη, δηλώνετε ότι, μεταξύ άλλων, το κενό της αποχώρησης των γαλλικών στρατευμάτων θα το καλύψουν Έλληνες στρατιώτες. Και σας ερωτώ: Ω μη γένοιτο, στα πόσα φέρετρα στρατιωτών με την ελληνική σημαία θα βάλετε όριο για να αποχωρήσουν οι ελληνικές δυνάμεις, οι Έλληνες στρατιώτες από εμπόλεμες περιοχές;
Ζητάτε τη γλώσσα της αλήθειας. Θα σας την πούμε, λοιπόν, τη γλώσσα της αλήθειας. Διότι οι Έλληνες στρατιώτες ιστορικά μάχονται και θυσιάζουν ακόμα και τη ζωή τους για να υπερασπιστούν την πατρίδα τους, να υπερασπιστούν το πάτριο έδαφος. Στην περιοχή του Σαχέλ, όμως, τι ακριβώς θα υπερασπίζονται, για ποιον θα διακινδυνεύουν τη ζωή τους;
Αυτά είναι τα κρίσιμα ερωτήματα -μην αντιδράτε έτσι- που πρέπει να απαντήσετε.
Για να είμαι, λοιπόν, σαφής… Τι να κάνουμε; Είναι ιστορική η συμφωνία. Θα μιλήσω όσο χρόνο απαιτεί μια ιστορική συμφωνία, κύριε Πρόεδρε.
Για να είμαι, λοιπόν, σαφής, η συμφωνία που μας φέρνετε, δεν είναι μια συμφωνία, κατά την άποψή μας, μεταξύ ισότιμων εταίρων. Η Γαλλία λαμβάνει πάνω από 7 δισεκατομμύρια για Rafale και φρεγάτες από μια υπερχρεωμένη χώρα όπως η Ελλάδα, της οποίας το χρέος φτάνει στο 210% του ΑΕΠ, χωρίς καμία εγγύηση για συμμετοχή της Ελληνικής Αμυντικής Βιομηχανίας που καταρρέει. Εμείς είμαστε υποχρεωμένοι να στείλουμε Έλληνες στρατιώτες να πολεμήσουν στο Σαχέλ, όπου έχουν πεθάνει δεκάδες Γάλλοι στρατιώτες και σε αντάλλαγμα η Γαλλία δεν υποχρεούται να μας στηρίξει εκτός χωρικών μας υδάτων, όπου είχαμε κρίση πέρυσι, ακόμα κι αν έρθει τουρκικό ερευνητικό επτά ναυτικά μίλια ανατολικά της Κρήτης.
Αυτή, λοιπόν, κατά την άποψή μας, δεν είναι μια ιστορική συμφωνία. Είναι μια ανισοβαρής συμφωνία.
Πέραν αυτού, όμως, είναι σαφές ότι για εμάς το πρόβλημα είναι πιο βαθύ. Σε μια περίοδο ριζικών γεωπολιτικών αλλαγών, όπου επιδεινώνονται οι ψυχροπολεμικές εντάσεις, επιλέγετε -και το είπατε καθαρά στην ομιλία σας- να απομακρυνθείτε από την πάγια θέση και στάση «Ελλάδα – πυλώνας ειρήνης και σταθερότητας». Εντάσσετε συνειδητά την Ελλάδα σε σχεδιασμούς των συμμάχων μας, που την ξεπερνούν και εκθέτουν τη χώρα σε κινδύνους και σε διενέξεις πολύ πέρα από τη γειτονιά μας. Δεν προωθείτε, κατά την άποψή μας, μια ενεργητική πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, αλλά μια υπερκινητική επικοινωνιακά, αλλά παθητική ως προς τη διεκδίκηση των εθνικών μας συμφερόντων, εξωτερική πολιτική, που είναι την ίδια στιγμή μονοδιάστατη σε σχέση με προτεραιότητες ιδίως των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η επιδίωξή σας δεν είναι να είμαστε πυλώνας ειρήνης. Αν ήταν αυτή -και θα σας δώσω ένα παράδειγμα- στο Σαχέλ δεν θα στέλναμε μαχητές, αλλά θα αξιοποιούσαμε την ήπια ισχύ της Ελλάδας και το ιστορικό και διπλωματικό μας κεφάλαιο ως ευρωπαϊκή χώρα – γέφυρα στην περιοχή, χωρίς αποικιοκρατικό παρελθόν και θα προωθούσαμε προγράμματα ανθρωπιστικής και αναπτυξιακής βοήθειας σε μια από τις πιο φτωχές περιοχές του κόσμου, αξιοποιώντας ένα πολύ μικρό κλάσμα μονάχα των δαπανών για τα εξοπλιστικά προγράμματα. Όμως, εδώ είναι άλλη αντίληψη, είναι άλλο δόγμα, είναι άλλη κατεύθυνση.
«Ελλάδα – πυλώνας ειρήνης και σταθερότητας» σημαίνει ότι δεν στέλνουμε -για να πω ένα άλλο παράδειγμα- πυραύλους και στρατιώτες στη Σαουδική Αραβία, εκεί όπου αποσύρονται οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και η Γαλλία, για να τους αντικαταστήσουμε.
Αυτός είναι ένας ανόητος μικρομεγαλισμός και εκθέτει τη χώρα μας σε κινδύνους. Πόσο αλλάζει η διεθνής εικόνα και η ταυτότητα της χώρας μας από τέτοιες επιλογές; Πληρώνουν οι Έλληνες φορολογούμενοι για να έχουμε πυραύλους Patriot να προστατεύουν τα νησιά μας και εσείς τους στέλνετε στη Σαουδική Αραβία μαζί με εκατό Έλληνες στρατιώτες. Να προστατεύσουν ποιον εκεί; Να μπουν ανάμεσα στη διένεξη σιιτών – σουνιτών; Και, βεβαίως, εκτός κάθε πλαισίου διεθνούς Οργανισμού. Ακόμα και οι Ηνωμένες Πολιτείες, επαναλαμβάνω, κρατούν ολοένα και μεγαλύτερες αποστάσεις από τη Σαουδική Αραβία.
Και, βέβαια, μιας και αναφέρθηκα στις Ηνωμένες Πολιτείες, άκουσα να μιλάτε για πενταετία. Η αμερικανική πλευρά μιλάει για επ’ αόριστον συμφωνία, κύριε Μητσοτάκη. Δύο χρόνια λένε και μετά, αν δεν καταγγελθεί, επ` αόριστον. Αυτό δεν το έχει δεχθεί κανένας πρωθυπουργός της Μεταπολίτευσης και θέλω να το ξεκαθαρίσετε. Και, βεβαίως, αυτές είναι κρίσιμες αποφάσεις σε μια περίοδο που οι ψυχροπολεμικές εντάσεις εντείνονται αντί να καταλαγιάζουν. Και δεν ακούμε και για καμία δέσμευση από την πλευρά των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής για τη στήριξη της κυριαρχίας μας και των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων. Θα αποβιβάζονται, δηλαδή, Αμερικανοί στρατιώτες στη Σούδα και στην Αλεξανδρούπολη πλέον και λίγο πιο πέρα η Τουρκία θα παραβιάζει ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα χωρίς καμία πρόβλεψη ή υποχρέωση για αμερικανική παρέμβαση;
Όλα αυτά αλλάζουν την πάγια θέση και την πάγια στρατηγική της χώρας και σηματοδοτούν, ταυτόχρονα, κύριε Μητσοτάκη, και μια δική σας οριστική απόφαση, απ’ ό,τι φαίνεται -παρά τα αντιθέτως λεγόμενα σας κατά καιρούς- να μην προωθήσετε, τελικά, μια στρατηγική επιδίωξης λύσης στα ελληνοτουρκικά.
Μετά την εκλογή του Προέδρου Μπάιντεν και την επιβολή αμερικανικών κυρώσεων εις βάρος του, εσείς ο ίδιος και η κυβέρνησή σας διατυμπανίζατε πόσο πιεσμένος είναι ο Ερντογάν. Με πολύ ξεκάθαρο τρόπο εμείς τονίσαμε ότι η πίεση αυτή δεν ήταν μια ευκαιρία για να κερδίσουμε μονάχα λίγους μήνες ηρεμίας, ένα ήρεμο καλοκαίρι στο Αιγαίο και ότι μόνο ένας ουσιαστικός διάλογος θα οδηγούσε σε μεσομακροπρόθεσμη μείωση της έντασης. Τονίσαμε ότι έπρεπε να αξιοποιήσετε τις διεθνείς πιέσεις, προκειμένου ο Τούρκος Πρόεδρος να αποδεχθεί έναν ουσιαστικό διάλογο στις διερευνητικές, με προοπτική την προσφυγή στη Χάγη για οριοθέτηση της ΑΟΖ και της υφαλοκρηπίδας και την προώθηση μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης, με σαφείς πάντοτε τις «κόκκινες» γραμμές μας για δήθεν «γκρίζες ζώνες» και αποστρατικοποιημένα νησιά και χωρίς αυταπάτες ότι μπορεί άμεσα να βρούμε λύση. Τονίσαμε, όμως, ότι ήμασταν έτοιμοι να στηρίξουμε έναν τέτοιο διάλογο, διότι μόνο αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μια προοπτική διεξόδου.
Πρότεινα, δε, τότε τη διασύνδεση της Χάγης με την αναθεώρηση της τελωνειακής ένωσης Τουρκίας – Ευρωπαϊκής Ένωσης, προκειμένου να αξιοποιηθεί το ευρωπαϊκό οικονομικό κίνητρο ώστε η Τουρκία να προβεί σε εποικοδομητικό διάλογο. Το αρνηθήκατε και αυτό.
Στο πλαίσιο της αναβλητικής διπλωματίας που εφαρμόζετε και ενός δόγματος ανάσχεσης που δεν οδηγεί πουθενά, αποδέχεστε να προχωρά ένας προσχηματικός διάλογος, χωρίς να αναγνωρίζετε καν ότι αυτό τον μόνο που συμφέρει είναι τον Ερντογάν, καθώς του αφήνει τα περιθώρια να αυξομειώνει την ένταση και να εντείνει την προσπάθειά του για διπλωματικό και στρατιωτικό «γκριζάρισμα» στην περιοχή. Την ίδια στιγμή οι διερευνητικές του δίνουν πρόσχημα στη διεθνή κοινότητα, ότι δήθεν υπάρχει ομαλοποίηση και ότι ο ίδιος δείχνει διαλλακτικότητα.
Και αφήσατε έτσι να περάσουν πολλοί μήνες κατά τους οποίους η Τουρκία θα μπορούσε να έχει πιεστεί, προκειμένου να μπουν οι ελληνοτουρκικές σχέσεις σε μια πιο ειρηνική φάση και να μειωθούν οι εντάσεις, ώστε σήμερα να μην δημιουργείται και στις δύο πλευρές μια νέα υστερία για κατακόρυφη αύξηση των αμυντικών δαπανών. Μία κούρσα που μόνο επιζήμια μπορεί να είναι για τα ελληνικά συμφέροντα και τις επόμενες γενιές. Διότι τι συγκρίνουμε; Μία Τουρκία με τέσσερις φορές μεγαλύτερο ΑΕΠ από το δικό μας, με χρέος 37% και όχι 210% και με το 75% των εξοπλισμών της να γίνεται από την εγχώρια βιομηχανία της και όχι από αγορές. Πώς θα συγκριθούμε σε μια κούρσα εξοπλισμών με αυτούς τους όρους;
Για όλους αυτούς τους λόγους -και κλείνω, κύριε Πρόεδρε- η θέση μας σήμερα είναι σαφής, η θέση μας είναι κρυστάλλινη, είναι διαυγής. Δεν συναινούμε σε μια λάθος στρατηγική για την εξωτερική και αμυντική μας πολιτική. Δεν συναινούμε σε μια αλόγιστη κούρσα εξοπλισμών χωρίς σχέδιο και προτεραιότητες που θυμίζει άλλες εποχές, εποχές που συνέβαλαν στην χρεοκοπία της χώρας. Δεν συναινούμε σε μια συμφωνία με δύο εξαιρετικά αρνητικές προβλέψεις. Και η στάση μας δεν είναι μια στάση συγκυριακή, ούτε μικροκομματική. Η στάση μας είναι στάση ευθύνης, είναι στάση βαθιά πατριωτική, είναι στάση ευθύνης απέναντι στα εθνικά μας συμφέροντα, αλλά και απέναντι στους κόπους και τις θυσίες του ελληνικού λαού.
Δεν συναινούμε στο λάθος, αλλά όχι μόνο αυτό. Είμαστε, ταυτόχρονα, και αποφασισμένοι πολύ σύντομα μια προοδευτική κυβέρνηση να διορθώσει αυτή τη λάθος στρατηγική κατεύθυνση στην εξωτερική μας πολιτική. Και να επαναφέρει τη χώρα στον δρόμο της ειρήνης, στον δρόμο της ασφάλειας, στον δρόμο της σταθερότητας, στη σωστή πλευρά της ιστορίας, εκεί όπου διαχρονικά ανήκει.

 

Αρθρογράφος