Τα μωρά που γεννήθηκαν μέσα στην πανδημία έχουν ελαφρώς χειρότερες επιδόσεις στα αναπτυξιακά τεστ

6 Ιανουαρίου 202210:01

Οι ερευνητές, με επικεφαλής την επίκουρη καθηγήτρια Παιδιατρικής και Ψυχιατρικής Ντάνι Ντουμιτρίου του Ιατρικού Κολλεγίου και του Ιατρικού Κέντρου του Πανεπιστημίου Κολούμπια της Νέας Υόρκης, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο αμερικανικό παιδιατρικό περιοδικό «JAMA Pediatrics», ανέλυσαν στοιχεία για 255 μωρά που είχαν γεννηθεί μεταξύ Μαρτίου και Δεκεμβρίου 2020. Σχεδόν οι μισές μητέρες είχαν Covid-19 σε κάποιο στάδιο της εγκυμοσύνης τους, αλλά τις περισσότερες φορές με ήπια ή χωρίς συμπτώματα.

Οι επιστήμονες γνώριζαν από προηγούμενη εμπειρία ότι τα μωρά από μητέρες που έχουν λοίμωξη από ιό στη διάρκεια της εγκυμοσύνης εμφανίζουν γενικά μεγαλύτερο κίνδυνο για νευροαναπτυξιακές διαταραχές, λόγω ενεργοποίησης του μητρικού ανοσοποιητικού συστήματος, το οποίο με τη σειρά του μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την ανάπτυξη του εγκεφάλου του εμβρύου. Το ερώτημα είναι κατά πόσο κάτι ανάλογο συμβαίνει με τις έγκυες μητέρες που έχουν κολλήσει κορονοϊό.

Η νέα μελέτη δεν βρήκε διαφορές στις επιδόσεις στα τεστ ανάμεσα στα μωρά που είχαν εκτεθεί στον κορονοϊό στη μήτρα και σε όσα είχαν γεννηθεί από μητέρες που δεν είχαν λοίμωξη Covid-19. Όμως, η μέση επίδοση των μωρών που είχαν γεννηθεί στη διάρκεια της πανδημίας (άσχετα με το αν η μητέρα τους είχαν μολυνθεί από τον κορονοϊό προηγουμένως) ήταν χαμηλότερη από τη μέση επίδοση 62 παιδιών που είχαν γεννηθεί προ πανδημίας (η ομάδα ελέγχου) στα ίδια αμερικανικά νοσοκομεία.

 

«Εκπλαγήκαμε που δεν βρήκαμε καμία απολύτως ένδειξη ότι η έκθεση του εμβρύου στην Covid-19, όσο αυτό βρισκόταν στη μήτρα, δεν σχετιζόταν με νευροαναπτυξιακά ελλείμματα. Από την άλλη, όμως, τα μωρά που βρίσκονταν στη μήτρα της μητέρας τους στη διάρκεια της πανδημίας είχαν ελαφρώς χαμηλότερες επιδόσεις σε περιοχές όπως οι κοινωνικές και οι κινητικές δεξιότητες. Αυτά τα ευρήματα δείχνουν ότι το τεράστιο στρες που ένιωθαν οι έγκυες μητέρες στη διάρκεια αυτής της άνευ προηγουμένου περιόδου της πανδημίας μπορεί να έπαιξε ρόλο», ανέφερε η Ντουμιτρίου.

 

«Μολονότι δεν υπήρχαν μεγάλες διαφορές από μωρό σε μωρό ούτε υψηλότερα ποσοστά πραγματικής αναπτυξιακής καθυστέρησης στο δείγμα μας των λίγων εκατοντάδων μωρών, έστω και αυτές οι μικρές αλλαγές απαιτούν μεγάλη προσοχή, επειδή σε επίπεδο πληθυσμού μπορούν να έχουν σημαντική επίπτωση στη δημόσια υγεία, κάτι που γνωρίζουμε επίσης από άλλες πανδημίες και φυσικές καταστροφές. Με εκατομμύρια βρέφη να έχουν δυνητικά εκτεθεί στην Covid-19 μέσα στη μήτρα, υπάρχει ζωτική ανάγκη να κατανοήσουμε τις νευροαναπτυξιακές επιπτώσεις της πανδημίας στις μελλοντικές γενιές», πρόσθεσε.

 

Επεσήμανε, πάντως, ότι «δεν θέλουμε οι γονείς να εκλάβουν τα ευρήματα της μικρής μελέτης μας πως κατ’ ανάγκη σημαίνουν ότι αυτή η γενιά παιδιών θα έχει προβλήματα αργότερα στη ζωή τους. Πρόκειται ακόμη για ένα πολύ πρόωρο αναπτυξιακό στάδιο και υπάρχουν στη συνέχεια πολλές ευκαιρίες για παρεμβάσεις, έτσι ώστε τα μωρά να επανέλθουν στη σωστή αναπτυξιακή τροχιά».

Οι ερευνητές θεωρούν πιθανό ότι το ψυχικό στρες της πανδημίας που ένιωσαν οι έγκυες μητέρες εξηγεί γιατί τα μωρά τους εμφανίζουν συχνά μία μείωση στις κοινωνικές και κινητικές δεξιότητές τους στα τεστ. Προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει ότι το μητρικό στρες στα πρώιμα στάδια της εγκυμοσύνης έχει μεγαλύτερη επίπτωση στα βρέφη από ό,τι το στρες της μητέρας στα κατοπινά στάδια της κύησης. Κάτι ανάλογο διαπίστωσε και η νέα έρευνα: Τα μωρά, οι μητέρες των οποίων βρίσκονταν στο πρώτο τρίμηνο της κύησης κατά την κορύφωση της πανδημίας, είχαν χαμηλότερες επιδόσεις στα νευροαναπτυξιακά τεστ.

Πέρα από το στρες, άλλοι παράγοντες που μπορεί να παίζουν ρόλο είναι ότι τα μωρά της πανδημίας είχαν πιθανώς λιγότερες ευκαιρίες και δυνατότητες αλληλεπίδρασης και παιγνιδιού με τους στρεσαρισμένους γονείς και άλλους φροντιστές τους.

(ΑΠΕ-ΜΠΕ)

Αρθρογράφος